Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Οι εξελίξεις στην Τουρκία και ο αναπότρεπτος χαρακτήρας τους

Του Δημήτρη Καζάκη

Επί έξη ημέρες μεγάλες κινητοποιήσεις συγκλονίζουν όχι μόνο την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, αλλά και άλλες 13 μικρότερες πόλεις κυρίως στα παράλια της Τουρκίας. Κανείς δεν περίμενε όχι μόνο την κοινωνική έκρηξη, αλλά και την έκτασή της επί τόσες ημέρες. Για τις ΗΠΑ και την ΕΕ η Τουρκία αποτελούσε ένα «ασφαλές καταφύγιο» στην περιοχή για τις πολιτικές αποσταθεροποίησης που εφαρμόζουν. Επίσης το καθεστώς Ερντογκάν φαινόταν ακλόνητο. Έτσι το ήθελαν τόσο οι ΗΠΑ, όσο και η ΕΕ.

Κανείς τους δεν πήρε στα σοβαρά τις τεράστιες συγκεντρώσεις με αντιπολεμικό περιεχόμενο μερικούς μήνες πριν. Στις αρχές του Νοεμβρίου 2012 το τουρκικό κοινοβούλιο έδωσε στον Ερντογκάν την εξουσία να στέλνει στρατό σε «ξένες χώρες».
Η απόφαση αυτή ήταν κατά παραγγελία του ΝΑΤΟ και προετοίμαζε καθαρά την εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο κατά της Συρίας. Όμως αυτό που δεν περίμενε κανείς ήταν το ξέσπασμα του τουρκικού λαού. Εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές στην Κωνσταντινούπολη, την Άγκυρα και αλλού ξεχύθηκαν στους δρόμους με αντιπολεμικά συνθήματα.

Τις επόμενες ημέρες οι διαδηλώσεις πλήθηναν σε τρομακτικό βαθμό, αλλά τα μέσα μαζικής εξαπάτησης τόσο της Τουρκίας, όσο και διεθνώς τις έσβησαν σαν εικόνα και σαν είδηση. Ο Ερντογκάν φρέναρε την άμεση εμπλοκή της Τουρκίας, χωρίς να την σταματήσει, σε στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Συρίας κι έτσι όλοι νόμιζαν ότι η κοινωνία ησύχασε. Τα επιτελεία του ΝΑΤΟ και της ΕΕ πίστεψαν ότι το καθεστώς Ερντογκάν ελέγχει απόλυτα την κατάσταση και έτσι όλοι ησύχασαν.

Όμως το καζάνι έβραζε. Και δεν χρειάστηκε παρά μόνο ένα δευτερεύον γεγονός, από αυτά που είναι απολύτως συνηθισμένα στην Τουρκία. Στις 31 Μαΐου οι μπουλντόζες πήγαν να ισοπεδώσουν έναν από τους τελευταίους ελεύθερους χώρους στην Κωνσταντινούπολη, το πάρκο Γκεζί στην πλατεία Ταξίμ.

Σκοπός των πολιτικών και των εργολάβων που αποφάσισαν την καταστροφή του πάρκου και μεγάλου μέρους της πλατείας Ταξίμ ήταν διπλός. Αφενός, το κέρδος από την οικοδόμηση ενός ακόμη τερατώδους εμπορικού κέντρου που «κοσμούν» την βιτρίνα της Κωνσταντινούπολης και, αφετέρου, την καταστροφή ενός ιστορικού ορόσημου της πόλης. Η πλατεία Ταξίμ είναι ότι η πλατεία Συντάγματος για την Αθήνα. Έχει συνδεθεί με τις μαζικότερες λαϊκές και εργατικές διαδηλώσεις που έχουν γίνει στην Κωνσταντινούπολη και στην Τουρκία, αλλά και με την ίδια την ίδρυση της Τουρκικής δημοκρατίας.

Την 1η Μαΐου φέτος οι δυνάμεις καταστολής έκαναν τα αδύνατα δυνατά να εμποδίσουν τις δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτών της εργατικής πρωτομαγιάς από το να συγκεντρωθούν στην πλατεία Ταξίμ, όπως συνηθίζουν κάθε χρόνο. Είχε μπει σε κίνηση η επιχείρηση καταστροφής της ιστορικής πλατείας που, εκτός όλων των άλλων, αποτελεί σύμβολο του εθνικού τουρκικού κράτους. Το όνομά της οφείλεται σε παλαιά θολωτή υδατοδεξαμενή (ταξίμ) που είχε αναγείρει το 1731 ο Σουλτάνος Μαχμούτ Α’. Η υδατοδεξαμενή αυτή μαζί με τους οθωμανικούς στρατώνες πυροβολικού, που βρίσκονταν στην ίδια περιοχή, γκρεμίστηκαν αργότερα και στο χώρο αυτό διαμορφώθηκε σύγχρονο πάρκο με τη μεγάλη ομώνυμη πλατεία. Αν και το επίσημο όνομά της είναι «πλατεία ανεξαρτησίας», παραμένει όμως περισσότερο γνωστή με το όνομα Ταξίμ. Στο κέντρο της, δεσπόζει μεγάλο τετράπλευρο θολωτό μνημείο με τον ανδριάντα του Κεμάλ Ατατούρκ, που ανεγέρθηκε το 1928 και τον παρουσιάζει, αφενός, ν’ αναλαμβάνει την επίθεση κατά των Ελλήνων το 1922, (βόρεια πλευρά), αφετέρου, να προκηρύσσει τη Δημοκρατία της Τουρκίας το 1923 (νότια πλευρά).

Το καθεστώς Ερντογκάν θέλησε να κατεδαφίσει πάρκο και πλατεία ώστε στη θέση τους να οικοδομηθεί ένα εμπορικό κέντρο που θα μοιάζει με τους παλιούς οθωμανικούς στρατώνες πυροβολικού που είχαν γκρεμιστεί. Από αυτή την άποψη το συγκεκριμένο σχέδιο είχε και μια συμβολική σημασία. Συμβόλιζε το νέο καθεστώς της Τουρκίας. Αναβίωση του οθωμανισμού στη βάση του πιο άγριου και ασύδοτου νεοφιλελευθερισμού. Αυτή είναι άλλωστε και η πολιτική που χαρακτήρισε ιδιαίτερα την δεκαετία Ερντογκάν.

Όλα αυτά λειτούργησαν ως θρυαλλίδα για την κοινωνική έκρηξη που βιώνει η Τουρκία σήμερα. Οι δυνάμεις καταστολής αντιμετώπισαν τους λιγοστούς διαδηλωτές που είχαν αρχικά μαζευτεί στο πάρκο για να σταματήσουν τα έργα, με τον συνήθη τρόπο: άγριο ξυλοδαρμό, χημικά και προσαγωγές. Κάτι απόλυτα συνηθισμένο για την Τουρκία, η οποία στήριξε την οικονομική της άνοδο την τελευταία δεκαετία στην προνομιακή μεταχείριση των πιο αδίστακτων επιχειρηματικών συμφερόντων από το κράτος με ταυτόχρονη ανοιχτή καταστολή άνευ προηγουμένου. Ο Ερντογκάν φρόντισε όχι μόνο να λειτουργεί σε τακτική βάση η λογοκρισία, αλλά να στελεχώσει τις δυνάμεις καταστολής με τέτοιο τρόπο ώστε να τις μετατρέψει σε απόλυτο βραχίονα του καθεστώτος του εναντίον της όποιας πιθανής αντιπολίτευσης που δεν είναι ελεγχόμενη από το δικό του «βαθύ κράτος» και παρακράτος.

Όμως αυτή την φορά η άγρια καταστολή δεν ήταν αρκετή για να τρομοκρατήσει τον κόσμο. Και παρά το γεγονός ότι οι δυνάμεις καταστολής ανέστειλαν την λειτουργία όλων των μέσων μαζικής μεταφοράς, ακόμη και το πέρασμα του Βοσπόρου, ο κόσμος βρήκε τρόπους να συγκεντρωθεί κατά εκατοντάδες χιλιάδες στην πλατεία Ταξίμ. Οι περισσότεροι κατέβησαν με τα πόδια περπατώντας ώρες από τις λαϊκές συνοικίες της Πόλης. Οι εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές δεν έχουν ενιαία συγκρότηση και πολιτικούς στόχους. Ανάμεσά τους θα βρει κανείς από ακτιβιστές για το περιβάλλον, αριστερούς συνδικαλιστές, αριστερίστικες οργανώσεις έως Τούρκους εθνικιστές που θεωρούν ως μέγιστη προσβολή στο Τουρκικό έθνος την αναβίωση του οθωμανισμού. Και φυσικά απλός κόσμος από όλες τις λαϊκές τάξεις.

Από την πρώτη στιγμή το σύμβολο που κυριάρχησε στις διαδηλώσεις ήταν η τουρκική σημαία, ως σύμβολο ενότητας όλων όσοι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Αριστεροί και δεξιοί βρέθηκαν στην ανάγκη να συμμαχήσουν και να συνεννοηθούν προκειμένου να αντιμετωπίσουν την άγρια καταστολή. Από κοινού συγκεντρώσεις ανά συνοικία με συνεννόηση ανάμεσα στα μπλοκ των διαδηλωτών, εξασφάλισαν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν την καταστολή όπου κι αν εκδηλώνεται. Η ενότητα αυτή εξασφαλίζει ως σήμερα την ένταση, τη μαζικότητα και την συνέχεια των διαδηλώσεων παρά την αγριότητα της καταστολής.

Η αγριότητα των δυνάμεων καταστολής ανάγκασαν ακόμη και τα ξενοδοχεία των 5 αστέρων που βρίσκονται στην περιοχή της πλατείας Ταξίμ ν’ ανοίξουν για να προστατέψουν τους διαδηλωτές και να περιθάλψουν τους τραυματίες. Αυτό είχε επίσης ένα αναπάντεχο αποτέλεσμα. Να αναγκαστούν οι διαδηλωτές να συγκεντρώνονται στις μεγάλες συνοικίες της Πόλης και έπειτα να επιχειρούν να κατέβουν προς το κέντρο όπου συναντούσαν τις δυνάμεις καταστολής. Από την στιγμή που η ίδια η καταστολή εξώθησε τους διαδηλωτές να μετατρέψουν τις συνοικίες σε ορμητήριό τους, καμιά επιχείρηση των δυνάμεων ασφαλείας δεν μπορεί να τους καταστείλει. Γι’ αυτό και μετά σχεδόν από μια βδομάδα διαρκούς αναμέτρησης, το καθεστώς αναγκάστηκε να βάλει στη μάχη τους «οπαδούς» του, δηλαδή τις οργανωμένες συμμορίες των παρακρατικών.

Τα αιτήματα των διαδηλωτών ποικίλουν. Όμως αυτό που κυριάρχησε από την αρχή ήταν η απαίτηση να παραιτηθεί η κυβέρνηση Ερντογκάν. Πολύ γρήγορα το αίτημα αυτό συμπληρώθηκε με συνθήματα κατά του νεοοθωμανισμού και υπέρ της Τουρκικής δημοκρατίας. Το κίνημα αυτό είναι φανερό ότι έχει βαθιές ρίζες στα λαϊκά στρώματα της πόλης όπου και ανδρώνεται, αλλά ακόμη είναι ανοργάνωτο και χωρίς συγκροτημένη πολιτική έκφραση. Στο πεδίο αυτό θα κριθεί η τύχη του το αμέσως επόμενο διάστημα. Ποιες δυνάμεις θα το ελέγξουν, ή ποιες νέες δυνάμεις θα αναδειχθούν από την λαϊκή κινητοποίηση; Κανείς δεν γνωρίζει. Όλα είναι ανοιχτά. Το σίγουρο είναι ότι ήδη διεξάγεται ένας ανελέητος αγώνας για το ποιος θα ελέγξει το αυθόρμητο κίνημα του λαού. Και σ’ αυτόν τον αγώνα παίζουν πολλοί. Ντόπιες δυνάμεις, αλλά και ξένες. Το ποιος τελικά θα επικρατήσει εξαρτάται από την αντοχή του ίδιου του κινήματος και την ικανότητά του πρωτογενώς να αναδείξει την δική του ηγεσία.

Αυτό που σίγουρα έχει τελειώσει και μάλιστα οριστικά είναι το καθεστώς Ερντογκάν και πιο συγκεκριμένα ο ίδιος ο Ερντογκάν. Το γεγονός ότι το καθεστώς δεν κατόρθωσε να καταστείλει αμέσως την λαϊκή έκρηξη και αναγκάστηκε να βγάλει στους δρόμους τους δικούς του «οπαδούς», δηλαδή τους παρακρατικούς, για να δράσουν εναντίον των διαδηλωτών, σημαίνει ότι έχει χάσει τον έλεγχο της κατάστασης. Ότι έκανε κι ο Μουμπάρακ στην Αίγυπτο στις αρχές της εξέγερσης στην πλατεία Ταχρίρ με αποτέλεσμα να μετατραπεί μια σχετικά αναίμακτη μαζική εξέγερση σε αιματοκύλισμα. Τα πρώτα σημάδια εμφυλίου αρχίζουν να εμφανίζονται. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις αν επαληθευθεί η είδηση ότι οι «οπαδοί» του Ερντογκάν συγκεντρώνουν δυνάμεις για να εισβάλουν στις εξεγερμένες λαϊκές συνοικίες των μεγάλων πόλεων της Τουρκίας απ’ όπου εξορμούν μαζικά οι διαδηλωτές. Πολύ περισσότερο αν πάρουμε υπόψη μας ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας δεν έχουν ακόμη τοποθετηθεί ανοιχτά.   

Ο Ερντογκάν μπορεί να επιβληθεί μόνο αν χυθεί αίμα και μάλιστα πολύ. Μόνο αν οδηγήσει την χώρα του στον εμφύλιο, ή σε στυγνή δικτατορία με ή χωρίς κοινοβουλευτικό προσωπείο. Το καθεστώς του προκειμένου να επιβιώσει θα σφίξει τα λουριά και θα γίνει ακόμη πιο τυχοδιωκτικό τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Θα παλέψει να διχάσει τον λαό και να εξάψει τα πιο ταπεινά και καθυστερημένα ένστικτά του. Μ’ αυτήν την έννοια η πολιτική επιβίωση του Ερντογκάν θα τον κάνει ακόμη πιο επικίνδυνο, τόσο για τον λαό του, όσο και για τους λαούς στην ευρύτερη περιοχή. Θα σηματοδοτήσει μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση τόσο στο εσωτερικό της Τουρκίας, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Η παραμονή στην εξουσία του Ερντογκάν συνιστά μέγιστη απειλή όχι μόνο για τον λαό της Τουρκίας, αλλά και για τις χώρες της ευρύτερης περιοχής. Μια απειλή που κανείς δεν είναι σίγουρος ότι μπορεί να την διαχειριστεί. Ακόμη κι αν πρόκειται για τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Γι’ αυτό και ίσως η ελεγχόμενη διαδοχή του Ερντογκάν να έχει ήδη ξεκινήσει από την Ουάσιγκτον, η οποία ολόκληρη την προηγούμενη δεκαετία αποτέλεσε το κύριο στήριγμα του καθεστώτος του. Οι επίσημες δηλώσεις εξ ΗΠΑ αφήνουν με σαφήνεια ανοιχτό αυτό το ενδεχόμενο, καθώς οι μαχητικές διαδηλώσεις δεν λένε να κοπάσουν.

Ωστόσο, ότι κι αν συμβεί, το ρήγμα που έφερε στην επιφάνεια η κοινωνική έκρηξη είναι τόσο βαθύ που είναι αδύνατο να καλυφθεί. Βλέπετε το «οικονομικό θαύμα» της Τουρκίας του Ερντογκάν οικοδομήθηκε πάνω στην διάλυση της εργαζόμενης κοινωνίας. Είναι αλήθεια ότι η Τουρκία γνώρισε επί Ερντογκάν μια εντυπωσιακή δεκαετία οικονομικής ανόδου. Το ΑΕΠ της Τουρκίας την περίοδο 2002 έως το 2012 ανέβαινε ετήσια κατά 4,9% κατά μέσο όρο. Μόνο το 2009 το ΑΕΠ ανήλθε κατά 4,8%, ενώ το 2012 έπεσε στο 2,2%. Οι προοπτικές για το 2013 είναι ακόμη χειρότερες.     

Η κύρια δύναμη πίσω από την άνοδο αυτή υπήρξε το ξένο κεφάλαιο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας, οι τουρκικές εισαγωγές που ανήλθαν σε 36 δις δολάρια κατά την περίοδο 1984-2001 αυξήθηκαν κατά επτά φορές σε 281,4 δις δολάρια κατά την περίοδο 2002-2012. Η καθαρή εισροή κεφαλαίων προς την Τουρκία αυξήθηκαν με τον ίδιο ρυθμό, από 65 δισ. δολάρια την περίοδο 1980-2002 σε 484 δις δολάρια κατά την περίοδο 2002-2012.

Η τουρκική οικονομία επί Ερντογάν μετατράπηκε σε παράδεισο για το ξένο κεφάλαιο και η οικονομική της άνοδος έχει εξαρτηθεί πλήρως από την διόγκωση του εξωτερικού χρέους της χώρας. Από 129,5 δις δολ. το 2002, το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας ανήλθε σε 336,9 δις δολάρια το 2012. Η εκτίναξη του εξωτερικού χρέους, που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα στην Τουρκία, οδήγησε σε μια τρομακτική αιμορραγία με τις πληρωμές επί του χρέους να ξεπερνούν τα 60 δις δολάρια το 2012. Ολόκληρη την περίοδο 1988-2002 η Τουρκία πλήρωσε για το εξωτερικό της χρέος πάνω από 185 δις δολάρια. Την περίοδο Ερντογάν  2003-2011 οι πληρωμές για το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας ανήλθαν σε 426 δις δολάρια, ήτοι στο 55% του ετήσιου ΑΕΠ το 2011.

Η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της Τουρκίας αποτυπώνει μια σαθρή οικονομία υποδοχής ξένου κεφαλαίου. Η εκροή κεφαλαίου από την Τουρκία προς το εξωτερικό ανερχόταν το 2004 στο 28,2% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ η εισροή ξένου κεφαλαίου στην Τουρκία ανερχόταν σε 70,2% του ΑΕΠ την ίδια χρονιά. Το 2012 η εκροή κεφαλαίου από την Τουρκία ανερχόταν σε 27,6% του ΑΕΠ, ενώ η εισροή ξένου κεφαλαίου στη χώρα ανερχόταν σε 81,3% του ΑΕΠ. Από το κεφάλαιο που εξάγεται από την Τουρκία μόλις το 14% αφορά σε επενδύσεις μετοχικού κεφαλαίου στο εξωτερικό, δηλαδή σε αγορά έτοιμων μεριδίων σε μετοχικά κεφάλαια του εξωτερικού. Το 27% αφορά σε άλλου τύπου επενδύσεις στο εξωτερικό εκ των οποίων ο κύριος όγκος, πάνω από το 70%, αφορά σε τοποθετήσεις συναλλάγματος και καταθέσεις κυρίως των τουρκικών τραπεζών και ιδιωτών. Με άλλα λόγια η εγχώρια τραπεζική και επιχειρηματική ολιγαρχία της Τουρκίας διατηρεί στο εξωτερικό πάνω από 45 δις δολάρια σε καταθέσεις και συνάλλαγμα το 2012, από 20 δις δολάρια το 2002 χρονιά που επικράτησε ο Ερντογάν.

Τέλος η Τουρκία είναι αναγκασμένη λόγω του μεγάλου ανοίγματός της στην παγκόσμια αγορά να διατηρεί πολύ υψηλά αποθεματικά τα οποία ανέρχονται σε πάνω από 119,2 δις δολάρια, δηλαδή σε 15,4% του ΑΕΠ της για το 2012. Από αυτά τα αποθεματικά τα 94,6 δις ευρώ, δηλαδή το 79,3% του συνόλου των αποθεματικών, είναι χρεόγραφα ξένων κρατών που διατηρεί η Τουρκία στο δικό της χαρτοφυλάκιο.

Ξένα κεφάλαια εισρέουν στην Τουρκία κυρίως για τους παρακάτω λόγους:

Πρώτον, για την αγορά έτοιμων μεριδίων στην εσωτερική οικονομία της Τουρκίας. Το 29% του εισρέοντος κεφαλαίου το 2012 αφορά σε άμεσες επενδύσεις κεφαλαίου, με σκοπό την αγορά ιδιωτικοποιημένων κρατικών επιχειρήσεων και περιουσιακών στοιχείων, αλλά και επενδύσεις σε μεγάλα τεχνικά έργα, όπως αυτοκινητόδρομοι, γέφυρες, αεροδρόμια, κοκ.

Δεύτερον, για την κερδοσκοπία με μετοχές και ομόλογα στην χρηματαγορά της Τουρκίας. Οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου το 2012 ανήλθαν σε 179 δις δολάρια, ήτοι στο 28% του συνολικού εισρέοντος κεφαλαίου στην Τουρκία. Από αυτό τα 70,6 δις δολάρια αφορά σε χρηματιστικά παιχνίδια με μετοχές, ενώ τα 108,4 δις δολάρια αφορούν αγορές ομολόγων και εντόκων γραμματίων της Τουρκίας εκ των οποίων τα 94,1 δις δολάρια αφορά σε δανεισμό του Τουρκικού κράτους.

Τρίτον, για την τοποθέτηση ξένων κεφαλαίων με την μορφή κυρίως δανείων προς την Τουρκία. Το 43% των συνολικών ξένων κεφαλαίων εισέρχονται στην Τουρκία με την μορφή δανειακού κεφαλαίου. Από αυτό τα 33 δις δολάρια πηγαίνουν στον δανεισμό της γενικής κυβέρνησης, τα 64 δις δολάρια για δανεισμό των τραπεζών και τα 97 δις δολάρια για δανεισμό των μεγάλων επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα της Τουρκίας. Αυτός είναι κι ο κύριος λόγος που μεταξύ 2002 και 2012 - δηλαδή, την περίοδο παντοδυναμίας του Ερντογάν - η Τουρκία πλήρωσε σε χώρες του εξωτερικού πάνω από 120 δις δολάρια, το 78% των οποίων αφορά σε τόκους.

Η δυναμική της Τουρκικής οικονομίας εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την δυνατότητά της να προσελκύει ξένο κεφάλαιο. Και για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει το εκρηκτικό μίγμα οικονομίας και πολιτικής που πυροδότησε την τωρινή κοινωνική έκρηξη. Θα πρέπει να κρατά τα μεροκάματα κάτω από το όριο εξαθλίωσης με το βασικό να καλύπτει μόλις το 65% του κατώτερου επιπέδου διαβίωσης και σχεδόν το 50% του εργατικού δυναμικού να αμείβεται μόλις και μετά βίας με τον βασικό σε συνθήκες τιμάριθμου ανάλογου μ’ εκείνον της Ελλάδας. Ο βασικός μισθός στην Τουρκία ανερχόταν τον Ιανουάριο του 2013 στα 429 ευρώ το μήνα, όταν στην Ελλάδα ήταν 684 ευρώ. Τα στοιχεία από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Τουρκίας, ή SGK, λένε ότι οι μισοί από όλους τους απασχολούμενους που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα κερδίζουν τον κατώτατο μισθό.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία τουλάχιστον πέντε ελάχιστοι μισθοί απαιτούνται για μια μέση οικογένεια προκειμένου να είναι σε θέση για να πληρώσει τις ελάχιστες δαπάνες της. Ακόμα κι αν όλα τα μέλη σε μια τετραμελή οικογένεια καταφέρουν να κερδίσουν τον κατώτατο μισθό και πάλι το συνολικό εισόδημα της οικογένειας την κρατά κάτω από το όριο της φτώχειας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τα νοικοκυριά στην Τουρκία το μέσο νοικοκυριό αποτελείται από 3,7 μέλη. Το 39,3% των νοικοκυριών με μέγεθος από 1-2 άτομα και 59,9% των νοικοκυριών με μέγεθος άνω των 7 ατόμων δήλωσαν το 2012 ότι το εισόδημα τους ικανοποιεί τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του νοικοκυριού τους «πολύ δύσκολα» έως και «δύσκολα». Το ίδιο δήλωσε και το 41,9% των νοικοκυριών με μέγεθος 3-4 ατόμων.

Για να μπορέσει να τροφοδοτήσει αυτή το οικονομικό «μοντέλο» η Τουρκία θα πρέπει να διατηρήσει την εξαθλίωση του πληθυσμού σε πολύ υψηλά επίπεδα με το 18% του πληθυσμού κάτω από το όριο της φυσικής εξαθλίωσης. Θα πρέπει να προσφέρει ένα φτηνό, υπάκουο και πλήρως διαθέσιμο εργατικό δυναμικό όπου ακόμη και η παιδική εργασία θα είναι σε υψηλά επίπεδα. Το ποσοστό των παιδιών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας είναι υψηλότερο από ότι για τον ενήλικο πληθυσμό. Το ποσοστό των παιδιών που ζουν στην απόλυτη φτώχεια φτάνουν στο 26% του συνόλου των παιδιών της Τουρκίας. Οι κοινωνικές δαπάνες που απευθύνονται σε παιδιά και οικογένειες με παιδιά, είναι τραγικά χαμηλές έως ανύπαρκτες, ειδικά για τα παιδιά που δεν έχουν ακόμη τελειώσει το σχολείο. 

Τα αποτελέσματα των ανισοτήτων, η στέρηση και η φτώχεια οδηγούν μαζικά στην παιδική εργασία για παιδιά έως και 15 ετών. Μερικές από τις χειρότερες μορφές παιδικής εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται στην Τουρκία, στερώντας από τα παιδιά τα δικαιώματά τους στην υγεία και την ανάπτυξη, τα θέτει τη ζωή τους σε κίνδυνο και φυσικά το μέλλον τους. Η παιδική εργασία στην Τουρκία είναι αναπόσπαστο μέρος του «οικονομικού θαύματος» του Ερντογάν.

Για να κρατηθεί ένα τέτοιο οικονομικό «μοντέλο» θέλει ένα κράτος άκρως διεφθαρμένο και απόλυτα ταυτισμένο με τα οικονομικά συμφέροντα του ξένου κεφαλαίου, αλλά και της ντόπιας ολιγαρχίας που κερδίζει από τις διευκολύνσεις που παρέχει σε βάρος του λαού της Τουρκίας. Ένα τέτοιο «μοντέλο» δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς άγρια καταστολή, χωρίς περιορισμένες έως ανύπαρκτες ελευθερίες, χωρίς μια πειθαναγκασμένη κοινωνία. Να γιατί το καθεστώς Ερντογάν δεν έχει την δυνατότητα να ελιχθεί. Δεν έχει περιθώρια για παραχωρήσεις με σκοπό την εκτόνωση. Είναι υποχρεωμένο να προχωρήσει έως το τέλος, ακόμη κι αν επιβληθεί η αλλαγή της κεφαλής προκειμένου να ηρεμήσει η κοινωνία. Η κοινωνία μπήκε σε τροχιά μετωπικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο «μοντέλο» που επέβαλε ο Ερντογάν, χωρίς να υπάρχει κανένας τρόπος να αποφευχθεί. 

Η μόνη ελπίδα τόσο του Ερντογάν, όσο και των δυνάμεων που έχουν επενδύσει στο κυρίαρχο «μοντέλο» της Τουρκίας είναι να κρατήσουν τον λαό σε διάσπαση και διχόνοια. Να μην του επιτρέψουν να σηκώσει την σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας και δημοκρατίας κάτω από την οποία μπορεί να ενωθεί και να διεκδικήσει για τον εαυτό του την χώρα του. Αυτό παίζεται σήμερα στην Τουρκία. Κι οι εφεδρείες του καθεστώτος, όπως οι δήθεν διεθνιστές αριστεροί, οι επιδοτούμενες ΜΚΟ και οι ακτιβιστές τους, οι ακροδεξιές συμμορίες και οι «οπαδοί» του Ερντογάν, έχουν αναλάβει ήδη δράση για να μην επιτρέψουν στον λαό της Τουρκίας να συγκροτήσει την δική του αυτοτελή πολιτική έκφραση στη βάση των εθνικών και δημοκρατικών αιτημάτων του.

Όμως το παιχνίδι μόλις άρχισε και η ιστορία των κοινωνικών αγώνων επιφυλάσσει πάντα πολλές εκπλήξεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...